ΤΟ ΔΑΚΡΥ Δε
φαίνεται, ποτέ
δε φάνηκε
ούτε θα φανεί
στο πρόσωπο
το δάκρυ.
Αν
μ’ αγαπάς μάτια
μου κοίτα.
Εκεί θα με
βρεις να
κλαίω σαν
παιδί,
σίγουρα σαν παιδί.
Δε με γνώρισα
ποτέ μεγάλο
δε μεγάλωσα ποτέ.
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
Σκύβω μέσα
μου, ψάχνω
ηλιόλουστες
μέρες να βρω.
Ανοίγω τα
χέρια διάπλατα,
ψηλαφίζω.
Κρατώ με τους
αγκώνες δεξά
κι αριστερά
με τα χείλη
γεμάτα μελάνη,
να στάζουν
Θε μου γιατί
βρέχει κι εδώ.
Μην
αλαφιάζεις
το παιδί, μην το
χτυπάς
πάρε
τους φόβους
μακριά,
φυγάδεψέ
τους•
καπνίσαμε
πολλά τσιγάρα
για δαύτους,
ήπιαμε μπόλικο
κρασί και δε
βαστά
η
κουρασμένη
μας καρδιά το
πέρασμά τους.
Κιβούρι ο
τόπος και με
διώχνει.
Η
πίκρα μίκρυνε
τα λόγια στις
παρέες.
Δεν
τ’ αποφάσισα
ποτές κι όμως,
θα φύγω
σέρνοντας, από
άγνωστο δρόμο
παίρνοντας, ένα
τραγούδι
στον ώμο, ένα
τραγούδι
μικρό.
«Μισώ
κι αγαπώ
τους
ίδιους
ανθρώπους».
Το έχω σε μια
τύψη καρφωμένο
Κι ένα καπρί, μια
ζωντανό, μια
σκοτωμένο,
παλεύω να το
φτιάξω σε χαρτί
τις ώρες που
θα πρέπει να
πεθαίνω της
αυγής.
Φιλώ
τον πόνο να
‘ρθεί, να μ’
αγαπήσει•
τον κάνω φίλο,
τον κάνω
φυλαχτό μου.
Με
δραγουμάνο
τον μιλώ στο
όνειρο
μήπως
μονιάσουμε
φορά με τη φορά
και
τραγουδήσουμε
μαζί στο θάνατό
μου, μια
βρισιά.
Πού να
‘ναι η αγάπη,
που απλόχερα
μου χάριζαν.
Τα λάθη μου,
που
συγχωρούσαν
και που
άρεζαν.
Πού να
‘ναι η αγάπη,
που
ξεπηδούσε από
μένα•
μεγάλωσα και
τα δύσκολα
σχέδια, γίναν
άπιαστα όνειρα
η ψυχούλα
που έκρυβα,
τώρα κύριος μ’
όνομα.
Καλό
θα ήταν να
‘μενε τέφρα
άψυχων χαρτιών
πίσω μου, ξενύχτια, νεύρα•
κλάμα, χαρά
στιγμών, μια
χειραψία•
ένα φιλί στο μάγουλο.
‘Όμως, πάντα θα
μένει η μυρωδιά
της πίκρας
εκείνου που
το ‘γραψε.
ΦΙΛΕ
Αυλάκια ζωής
που αξίζει να
ματώσεις γι΄
αυτά
-διακλαδώσεις,
λευκομαυρίσματα
στην κούραση.
Κι ένα βλέμμα
φτάνει αν
σύρεις με
συμπάθεια
το χέρι στην πλάτη μου,
αν στύψεις
φιλία στον ώμο
μου
γιατί
αγάπη είναι
οτιδήποτε σ’
έκανε να
κλαίς
από χαρά ή λύπη.
Γαντζωμένοι στο χώμα Φίλε.
Η θέση των χεριών
σα να μας
πρόδινε πως
είχαμε
πεθάνει.
<Θα
γυρίσουμε
Ρε.. ν’
αγαπήσουμε
πιο δυνατά,
να σπάσουμε
τις καρδιές
μας από αγάπη
κι πάλι δε
φτάσει ,
διπλώνοντας
βλέφαρα
να
φύγουμε
μουντζώνοντας
ό,τι πίσω μας
μένει,
να φύγουμε>.
Κάτω απ το
βάρος του
φεγγαριού.
Ιστορίες, φαντασίες,
αυτά όλα που
το μυαλό μας
έχτιζε.
<Δεν
μπορεί να ‘ναι
ο μοναδικός
τρόπος
ν’
αποχαιρετάμε,
κλαίγοντας
με σκυμμένο
κεφάλι >.
Φορές τα μάτια που κλείνω,
Ό,τι έφυγε
πισωγυρνά
κομμάτι
κομμάτι
με
ακοντισμένη
μέση και βλέμμα
αλαβάστρινο
σα να το
χαίρεται που
πέρασε από μέσα
μας και
χάθηκε.
Μέσα
σφιχτά
κλεισμένο σ’
έχει κάθε τι
που
αγκαλιάζω.
Θα ΄ναι που
ξετυλίγεσαι
σιγά σιγά που
μικραίνεις
θα ‘ναι .
Νομίζουνε
πως ήσουνα
αχνός.
Η
πραγματικότητα
λίγο λίγο
τους
κερδίζει.
Το χρόνο να
διασύρει το
χρώμα σου
ακούνε.
Όμως
μ’ αυτούς
που σ’
αγαπήσανε
ξαναζείς ,
στιγμές , που
γίνεσαι στο
λόγο τους
τραγούδι
πάλι
πεθαίνεις
όταν ένας ένας
πεθαίνουνε
κι αυτοί.
ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ
Ρίχνονται στη
δουλειά
κάθε πρωί τα
βουνά.
Σπάνε
ξύλα στη μέση,
τον ουρανό
σηκώνουν,
γαλάζιο
ρίχνουν σάλι
πάνω του,
άλλοτε γκρι.
Φυτεύουν χώμα
τα βουνά, στις
ρίζες των
δέντρων.
Καπηλεύονται,
πολιορκούν ,
εκμεταλλεύονται,
Με την ζέστη
των σωμάτων
τους,
τη
βαριά τους
αισθητή
παρουσία
-ως έκταση στο δάσος
ως πέτρες στη λάσπη
ως φόντο στις
φωτογραφίες-το
χώρο γύρο
τους
τον
τρόπο πάνω
τους ζωής
αφομοιώνουν
κρατώντας
ανάγλυφα-ιστορικές
αναπαραστάσεις
κάθε
εποχής-στα
πλευρά τους
στολίδια.
-ΒΟΥΝΑ-
Όμως, βαθιές
ανάσες
καταπίνουν
κάθε φορά που αγνοούν
το πέρασμα των
ανθρώπων από πάνω
τους.
Από το
βιβλίο
«ΚΟΝΤΑ ΣΤΙΣ
ΠΛΗΓΕΣ»
Ιούλιος 1995
Εκδόσεις
ΚΩΔΙΚΑΣ